
Μέχρι να φτάσω στο γραφείο της ψυχολόγου και συνιδρύτριας του «Οrlando LGBT+ - Ψυχική Υγεία Χωρίς Στίγμα» Νάνσυς Παπαθανασίου έχω κοιτάξει ξανά και ξανά στις σημειώσεις μου τις παρεμβάσεις της, τον ρόλο που έχει παίξει στην κατανόηση του φύλου, της ταυτότητας, της ορατότητας, στην παροχή υπηρεσιών ψυχικής υγείας σε ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα, στα τρανς άτομα ειδικότερα. Άνθρωποι σαν εμένα, με προνόμια, τα τελευταία χρόνια έρχονται αντιμέτωποι με ένα καινούργιο γλωσσάρι και μια νέα πραγματικότητα και εποχή με μεγάλες αντιφάσεις, κυρίως σε ζητήματα που αφορούν το φύλο και τον τρόπο που επιθυμεί να το βιώσει ο καθένας μας.
Στην απομαγνητοφώνηση συνειδητοποίησα ότι η διαδρομή της είναι παράλληλη με το ζοφερό, κάποιες εποχές, ημερολόγιο της «περιπέτειας» των ΛΟΑΤΚΙ+ ανθρώπων στην Ελλάδα εδώ και τρεις δεκαετίες. Συντονίζεται με τη γενναία παρουσία και στάση των προσώπων που σαν εκείνη τόλμησαν να κάνουν τη διαφορά, να μιλήσουν ανοιχτά και να προχωρήσουν με θάρρος, αψηφώντας κάθε λογής αποκλεισμούς, όταν όλα ήταν εναντίον τους.
— Νάνσυ, μεγάλωσες στην περιφέρεια. Πότε ήρθες στην Αθήνα;
Είμαι
παιδί της επαρχίας, τότε δεν τη λέγαμε καν περιφέρεια. Κάνω αυτήν τη
διαφοροποίηση και αυτός είναι και ένας προσωπικός μου αυτοπροσδιορισμός
όσον αφορά το πού μεγάλωσα. Μεγάλωσα, λοιπόν, στα Τρίκαλα και στον Βόλο,
έμεινα και για έναν χρόνο στην Καλαμπάκα.
Πέρασα στο πανεπιστήμιο με τη δεύτερη, το 1995, και ήρθα στην Αθήνα για να σπουδάσω Ψυχολογία στο ΕΚΠΑ. Τέλειωσα τις σπουδές μου το 2000 και μπήκα κατευθείαν στο μεταπτυχιακό της Κλινικής Ψυχολογίας, που τότε ήταν δωρεάν. Μετά έκανα ένα μεταπτυχιακό στο Πόρτλαντ του Όρεγκον («Conflict Facilitation & Organizational Change») και στη συνέχεια ξεκίνησα το διδακτορικό μου. Τα ακαδημαϊκά μου τα έκανα με τη σειρά και μέχρι το διδακτορικό σχετικά γρήγορα – είχα την τύχη να έχω τη δυνατότητα, και με κυνηγούσε και το overachievement των ΛΟΑΤΚΙ+ παιδιών.
Έχουμε την ισότητα στον γάμο, τα «καλά» γκέι άτομα που θα παντρευτούν, θα έχουν σπίτι με κήπο και φράχτη και όλο το στερεοτυπικό. Αλλά τι κάνουμε όλοι οι άλλοι που δεν θέλουμε να παντρευτούμε και να κάνουμε παιδιά; Αν θέλουμε να μεγαλώνουμε μόνες μας, να κάνουμε πολυσυντροφικές σχέσεις ή δεν θέλουμε παιδιά, πώς το χωράμε αυτό;
—
Υπάρχει ένα μπλοκάρισμα καμιά φορά στο πώς θα αποκαλέσεις κάποιο άτομο –
κυρίως με τα τρανς άτομα συμβαίνει αυτό. Είναι και μια μορφή
τρανσφοβίας ίσως, καμιά φορά σε δυσκολεύουν και οι λέξεις. Εσύ πώς
προσδιορίζεσαι;
Είμαι λεσβία, έτσι προσδιορίζομαι, και για
την πολιτική αγάπη που έχω στον όρο, ως gender non-conforming και non
binary. Και το queer μού αρέσει πολύ ως ταυτότητα, για ό,τι συμβολίζει. Η
πιο συχνή μορφή τρανσφοβίας είναι η μη απεύθυνση σε ένα τρανς (και non
binary) άτομο με το όνομα και τις αντωνυμίες που μας συστήνεται και η
πιο συχνή δικαιολογία είναι ότι οι άνθρωποι δυσκολεύονται να
ακολουθήσουν το όνομα ή και τις αντωνυμίες που θέλει αυτό το άτομο.
Είναι, πάντως, ενδιαφέρον το ότι δεν έχουμε δυσκολία με άλλες αλλαγές
ονομάτων, π.χ. όταν δεν αφορούν τρανς άτομα αλλά καλλιτέχνες. Δεν είναι
ότι δεν μπορούμε να μάθουμε. Κολλάμε με το φύλο γιατί κατηγοριοποιούμε
τους ανθρώπους σύμφωνα με αυτό και μπλοκάρουμε γιατί, σύμφωνα με το φύλο
που θα αποδώσουμε, συνδέουμε εντελώς αυθαίρετα πλήθος πληροφοριών: από
το τι περιμένουμε να κάνει μέχρι το πώς περιμένουμε να φερθεί, πώς θα
του μιλήσουμε. Τα στερεότυπα και οι προκαταλήψεις μας μάς δυσκολεύουν,
όχι οι λέξεις.
— Θα ήθελα να πάμε πίσω
στα φοιτητικά σου χρόνια. Είχες καταλάβει ότι είσαι λεσβία, υπήρχε
κάποιο άλλο άτομο που ήταν ανοιχτά γκέι ή λεσβία γύρω σου; Μέσα στο
πανεπιστήμιο, στο τμήμα σου, τι συνέβαινε;
Κατάλαβα ότι
είμαι λεσβία σχετικά νωρίς. Τέλειωσα τις σπουδές μου σε μια εποχή που
αυτό που λεγόταν ομοφυλοφιλία στα αμφιθέατρα λεγόταν παθολογία. Όταν
μπήκα στο μεταπτυχιακό της Κλινικής Ψυχολογίας μάς είπε καθηγήτρια πολύ
ξεκάθαρα –μιλάμε για το 2000, όχι για το 1950– ότι, για παράδειγμα, σε
ψυχαναλυτικές σπουδές ομοφυλόφιλους δεν δέχονται, άτυπα, αλλά δεν
δέχονται, ειδικά, out άτομα. Σε κάποιες εκπαιδεύσεις ψυχοθεραπείας, αν
ήσουν out, δεν σε δέχονταν για εκπαιδευόμενο. Οπότε, στα εκπαιδευτικά,
στην ψυχοθεραπεία δεν ήταν κανένας out – δεν είναι εντυπωσιακό; Δεν
ήξερα κανέναν καθηγητή που να είναι ανοιχτά γκέι ή λεσβία, δεν είχα
κανένα συμφοιτητή που να είναι ανοιχτά γκέι ή λεσβία, δεν υπήρχε κανένας
– δεν συζητάω για τρανς άτομα.
— Και πώς ξεκίνησες να συνδέεσαι με την κοινότητα;
Πάλι
στα φοιτητικά μου χρόνια. Θυμάμαι, με ξυπνάει ένα πρωί ένας φίλος για
να πάμε σε μια ημερίδα για το AIDS (έτσι μόνο ήταν γνωστό τότε). Μόλις
είχαμε κάτσει, όταν άκουσα από το πάνελ μια γνωστή φωνή, ήταν ένας
οικογενειακό μας φίλο· και μένω κόκαλο. Καταλαβαίνετε πόσο δεν μιλούσαμε
μεταξύ μας… Με κράτησε να φάω μαζί του. Σε εκείνο το τραπέζι γνώρισα
και τον Γρηγόρη Βαλλιανάτο. Ο φίλος αυτός ήταν ο Λεωνίδας Βακερλής,
μετέπειτα πρόεδρος για χρόνια του Κέντρου Ζωής, όπου ξεκίνησα να κάνω
εθελοντισμό – δεν υπήρχε και τίποτα άλλο εκείνη την εποχή. Πάλι μου πήρε
μήνες να πω στον Λεωνίδα ότι είμαι λεσβία και θυμάμαι πως γέλασε και
είπε «αναρωτιόμουνα: το έχει καταλάβει αυτό το παιδί ή θα πάει χαμένο;».
Εκεί ξεκίνησα τα πρώτα μου εθελοντικά με εντελώς άλλους όρους από τους
σημερινούς, αλλά δεν υπήρχε άλλος τρόπος. Είχε νόημα όμως. Εκεί γνώρισα
ανθρώπους που μου έλεγαν «έπρεπε να έχω πεθάνει εδώ και πέντε χρόνια».
Ήταν τέλη της δεκαετίας του ’90, τότε άλλαζαν τα φάρμακα του AIDS, αλλά
μέχρι τότε έτσι ήταν η κατάσταση.
— Μπορείς να μου πεις τι σήμαινε να είσαι το μόνο ΛΟΑΤΚΙ+ out άτομο ακόμα και το 2004, που τέλειωσες το μεταπτυχιακό σου;
Ήταν
μια απέραντη μοναξιά, και τα στιγματιστικά πράγματα που άκουγα ήταν
ατελείωτα. Θυμάμαι σε πρακτική να μιλάνε για μια λεσβία θεραπευόμενη και
να αμφισβητούν ότι είναι λεσβία με το επιχείρημα ότι αυτή είναι
περιποιημένη, ενώ «όλες αυτές είναι άπλυτες, αξύριστες». Είναι όλα τα
στερεότυπα που έχουν έρθει και στη λεσβιακή λογοτεχνία από τις αρχές του
προηγούμενου αιώνα και έφτασαν μέχρι το Κάρολ της Patricia Highsmith,
με τη λεσβία αράχνη, την καταπιεσμένη λεσβία, την άσχημη λεσβία που
ήθελε να παρασύρει μια ωραία γυναίκα. Στερεότυπα που διαιωνίζονταν όσο
δεν υπήρχαν άνθρωποι να είναι ανοιχτά οτιδήποτε.

Τα σημεία αναφοράς ήταν σχεδόν ανύπαρκτα, η πατριαρχία και οι διακρίσεις αδιαμφισβήτητη κανονικότητα. Γι’ αυτό μιλάω για επαρχία. Μέχρι που έφτασε και στην Ελλάδα το «Vanity Fair» με αυτό το απίστευτο εξώφυλλο με την k.d. lang σε ένα κουρείο και τη Σίντι Κρόφορντ με ένα μαγιό να την ξυρίζει, που ήταν ό,τι πιο ποπ λεσβιακό μπορούσε να υπάρξει τότε. Ήταν ένα άνοιγμα σε κάτι που δεν ήταν αποκλειστικά και μόνο δυστυχισμένο ή καταδικασμένο σε μια δυστυχία, κάτι που θα μπορούσε να έχει και χαρά.
— Οπότε, όταν πήγες στην Αμερική για μεταπτυχιακό, φαντάζομαι συνάντησες μια άλλη πραγματικότητα, έναν άλλο κόσμο.
Όταν
πήγα στην Αμερική, στο Πόρτλαντ, που ήταν τότε η πρωτεύουσα του queer,
μπορούσα να μιλάω ελεύθερα, να είμαι out, ήμουν καλύτερα με τον εαυτό
μου, πήρα μια ανάσα. Απέκτησα μια κουλτούρα εκεί και γνώρισα λεσβίες που
ήταν είκοσι χρόνια μεγαλύτερες από μένα και είχαν το στερεοτυπικό
αμερικανικό όνειρο, το σπίτι στα προάστια, τα δυο αυτοκίνητα, καλές
σχέσεις με τις οικογένειες, με τους γείτονες, μπάρμπεκιου στον κήπο, όλη
τη συντηρητικά στερεοτυπική ομοκανονικότητα, που τότε όμως φαινόταν
επαναστατική. Εκεί είδα για πρώτη φορά ότι υπάρχει δυνατότητα για
μέλλον, να μεγαλώσεις και να είσαι καλά, γιατί τα εδώ στερεότυπα
παρέμεναν αυτά της απόλυτης δυστυχίας, ότι θα είσαι μόνος σου, δεν θα σε
νοιάζεται κανείς. Επίσης, ήταν η πρώτη φορά που είδα δυο λεσβίες με
παιδί – ήταν απίστευτο. Σκέψου ότι εδώ η γονεϊκότητα και για τη δική μου
γενιά δεν υπήρχε ως επιλογή. Δεν έμπαινες στη διαδικασία να το σκεφτείς
και αν γινόταν, υπήρχε τεράστιο κόστος, το φάντασμα των απειλών: αν
μαθευτεί θα σου πάρουν το παιδί. Ήταν κάτι που δεν σκεφτόσουν ως
δυνατότητα από την αρχή, γινόταν μόνο από σπόντα. Οπότε ένας λόγος που
χρειάζεται να μιλάμε, εκτός από το ότι είναι πολιτική πράξη, είναι και
το ότι δίνει ουσιαστικές δυνατότητες μελλοντικότητας, ότι μπορούμε να
είμαστε με όποιον τρόπο θέλουμε και να είμαστε καλά μέσα σε αυτό.
— Σήμερα,
όπως παρατηρώ, αυτό που λέμε «δυνατότητες μελλοντικότητας» το
φανταζόμαστε πολύ λιγότερο για τα τρανς άτομα, σαν να μη βλέπουμε
καθόλου το μέλλον τους.
Διάβασα μια έρευνα πρόσφατα που
έλεγε ότι τα περισσότερα νέα τρανς άτομα στην Αμερική πιστεύουν ότι θα
έχουν πεθάνει μέχρι τα 35. Αυτό είναι συγκλονιστικό. Είναι καθαρά λόγω
της επίθεσης στο φύλο αλλά και γιατί δεν έχουμε πολλές εικόνες τρανς
ανθρώπων που έχουν μεγαλώσει. Η τρανσφοβία είναι στα ύψη, δεν υπάρχουν
σχεδόν καθόλου απεικονίσεις μεγαλύτερων σε ηλικία, είναι ελάχιστες. Και
αυτό λόγω και της κακοποίησης και της περιθωριοποίησης και των
διακρίσεων, της ομοφοβίας και της τρανσφοβίας γενεών και δεκαετιών.
—
Τα τρανς άτομα δέχονται διακρίσεις και αποκλεισμούς όχι μόνο από ένα
συντηρητικό κομμάτι της κοινωνίας, αλλά και από άτομα της κοινότητας.
Όσον
αφορά τα τρανς άτομα ισχύει ότι πολλά γκέι άτομα και λεσβίες θέλουν να
πουν «δεν είμαστε το ίδιο». Γιατί βλέπουν την περιθωριοποίηση και
συναισθηματικά θέλουν να απομακρυνθούν από αυτήν. Επίσης, βλέπουμε γκέι
και λεσβίες να ψηφίζουν ακροδεξιά και να έχουν ακραία συντηρητικές ή
αντιμεταναστευτικές θέσεις, χωρίς να καταλαβαίνουν ότι ο εκφασισμός της
κοινωνίας δεν θα αφήσει κανέναν στο απυρόβλητο. Το είδαμε και στη
δολοφονία του Ζακ. Υπήρχε ένα κομμάτι queer ανθρώπων που ξέραμε πως από
τύχη (στην «τύχη» βάζω και τα προνόμια) δεν έχει συμβεί σ’ εμάς και ένα
άλλο κομμάτι που έλεγε «αυτό δεν θα μπορούσε ποτέ να συμβεί σ’ εμένα,
γιατί εγώ δεν είμαι σαν αυτόν». Υπήρχε, δηλαδή, αυτή η ανάγκη να
ενοχοποιήσουμε το θύμα για να αισθανθούμε ότι είμαστε αρκετά αξιοπρεπείς
και ότι δεν θα βρεθούμε σε αυτήν τη θέση.
Πηγή: Lifo

















































0 Σχόλια