Ήταν θέμα χρόνου να οραματιστεί κάποιος να το κάνει σενάριο και να γυρίσει ταινία. Θα μπορούσε να πει κανείς, μάλιστα, ότι άργησαν. Από την άλλη, ίσως να ήταν αναγκαίο το διάστημα αυτό, η απόσταση από τα πραγματικά γεγονότα που αποτέλεσαν τη σύντομη, αλλά φωτογενή ιστορία του Billy Bo, κατά κόσμον Βασίλη Κουρκουμέλη. Άλλωστε, προηγήθηκε ένα βιβλίο το 1990, το οποίο έγινε μπεστ-σέλερ, με την υπογραφή της Φρίντας Μπιούμπι και τίτλο «... Και το όνειρο πάγωσε». Εκεί, ο συνεργάτης και πιστός, μέχρι τέλους, φίλος του Μάκης Τσέλιος ξεδίπλωνε τις αναμνήσεις του από τον θρυλικό σχεδιαστή ρούχων. Αυτό το βιβλίο έπεσε στα χέρια της σκηνοθέτιδος Νικόλ Αλεξανδροπούλου, η οποία αποφάσισε να το κάνει ταινία.
Αλλά τι το ιδιαίτερο έχει η ιστορία του ωραίου Βασίλη των '70s και των '80s; Ποιο ήταν το «όνειρο» που πάγωσε; Όσο και να ακούγεται υπερβολικό, όντως η περίπτωση του Billy Bo υπήρξε θυελλώδης, μια ιστορία σαν εκείνη της Σταχτοπούτας του παραμυθιού, που από τις στάχτες έφτασε στα σαλόνια. Έτσι κι εκείνος, ξεκίνησε από την ανέχεια για να ζήσει την απόλυτη επιτυχία και δόξα και να καταβαραθρωθεί λίγα χρόνια μετά, με τον πιο άδοξο τρόπο. Ένα πρόσωπο που πέρασε σαν ένας λαμπερός, διάττοντας αστέρας από τον ελληνικό ουρανό, για να χαθεί σε σύντομο χρονικό διάστημα οριστικά. Γιατί ο Βασίλης Κουρκουμέλης αποτέλεσε το πρώτο διάσημο θύμα του AIDS στην Ελλάδα.
Ο ένας εκ των δύο πρωταγωνιστών της ιστορίας, ο Μάκης Τσέλιος, 45 χρόνια μετά καλείται να φωτίσει για μία ακόμα φορά την κοινή του πορεία με τον Βασίλη, με αφορμή την επικείμενη ταινία που εμπεριέχει όλα τα κλισέ ενός καλοστημένου «παραμυθιού». Όλα ξεκίνησαν ένα μεσημέρι του Απρίλη του 1971, όταν, ανεβαίνοντας την οδό Πινδάρου στο Κολωνάκι, μαγνητίστηκε από την ομορφιά ενός δεκαεπτάχρονου αγοριού που κατέβαινε παρέα με έναν συνομήλικο φίλο του. Πλησιάζοντας ο ένας τον άλλον, αιφνιδιάστηκε ευχάριστα, καθώς αναγνώρισε στο πρόσωπό του ένα παιδί που το ήξερε από τον Πειραιά, όπου είχε μεγαλώσει και ο ίδιος.
Ο Βασίλης ήταν γειτονόπουλο από τα Καμίνια, ενώ εκείνος ήταν από την Πηγάδα – λαϊκές γειτονιές που απείχαν παρασάγγας από την πραγματικότητα του κέντρου της Αθήνας και κατοικούνταν από πρόσφυγες και οικογένειες εργατών του λιμανιού ή των γύρω εργοστασιακών μονάδων. Τι γύρευε ένα αγόρι από την πιο υποβαθμισμένη περιοχή του Πειραιά στην πιο σνομπ γειτονιά της Αθήνας; Τότε ακόμα δεν ήξερε τι ακριβώς, αλλά για ένα πράγμα ήταν βέβαιος: ήθελε πάση θυσία να αποδράσει από τη μιζέρια του σπιτιού και της φτωχογειτονιάς του και το μόνο διαβατήριο που είχε εκείνη τη στιγμή δεν ήταν άλλο από την ομορφιά του.
Ο Βασίλης λατρεύτηκε. Ήταν είδωλο. Γι' αυτό ακριβώς, για να προλάβω κάποιες καταστάσεις, χτίστηκε ο μύθος σωστά. Δεν ήξερε κανείς από πού προερχόταν, σήμερα τα λέμε αυτά. Ήταν ένα ωραίο παιδί που ντυνόταν καταπληκτικά και όλοι τον ζήλευαν.
Ο Τσέλιος, πολύ σύντομα έπειτα από εκείνη την καρμική συνάντηση, έμελλε να γίνει ο μέντοράς του και επί της ουσίας ο δημιουργός του φαινομένου «Billy Bo», όπως έγινε γνωστό στο πανελλήνιο το εντυπωσιακό αγόρι από τα Καμίνια. Προτού κυριαρχήσει το lifestyle και λίγο πριν η Μύκονος, το αγαπημένο του νησί, γίνει τουριστική βιομηχανία.
Το πρώτο πράγμα που αποσιωπήθηκε επιμελώς τα χρόνια που ακολούθησαν, ώστε να γίνει αποδεκτός από τα μεγαλοαστικά σαλόνια του Κολωνακίου, ήταν η καταγωγή του, δηλαδή το πού μεγάλωσε. Ήταν ένα από τα πράγματα που γνώριζε με βεβαιότητα ότι έπρεπε να καλύψει με πέπλο μυστηρίου ο κατά οκτώ χρόνια μεγαλύτερός του άντρας, που από κει και πέρα θα ταύτιζε την επαγγελματική του ζωή και μέρος της προσωπικής του με το αγόρι εκείνο. Κι αυτό ήταν μόλις ένα από τα πολλά που σκαρφίστηκε για να χτίσει την εντυπωσιακή καριέρα του νεαρού καλλονού.

Αλλά, για να είμαστε ακριβοδίκαιοι, ας πάρουμε τα γεγονότα από την αρχή. Το ότι έπρεπε να «ξεχαστούν» τα Καμίνια δεν είχε να κάνει μόνο με το ότι ήταν «λαϊκά» αλλά και με το ότι ο Βασίλης δεν είχε και τις ωραιότερες αναμνήσεις από εκεί. Ο Μάκης Τσέλιος θυμάται: «Ο Βασίλης είχε δύσκολα παιδικά χρόνια, όπως άλλωστε όλοι οι άνθρωποι τότε. Οι δρόμοι στις γειτονιές ήταν από χώμα και φαντάσου ότι ακόμα περνούσε ο νερουλάς. Γεννήθηκε τον Φεβρουάριο του 1954, Υδροχόος το ζώδιο. Την ημέρα που τον είδα πρώτη φορά, ξαφνιάστηκα. Είχε μια ιδιαιτερότητα, ήταν σαν ένα πριγκιπόπουλο σε λάθος περιβάλλον... Σαν να είχε γεννηθεί σε λάθος σπίτι.
Ήθελε πάρα πολύ να ανέβει, χωρίς να έχει εφόδια όμως. Εγώ τον βρήκα να κάνει μαθήματα χορού στη σχολή Ντε Πιαν. Συναντηθήκαμε μερικές φορές κι έβλεπα ότι αναζητούσε την παρέα σοβαρότερων ανθρώπων. Άρχισε να χορεύει στου Μοστρού στην Πλάκα, με τις αδελφές Μπρόγιερ και στο θέατρο, στο "Μαριχουάνα Στοπ", με τον Μεταξόπουλο. Ήταν τόσο ωραίος, που πετούσαν περισσότερα λουλούδια σε αυτόν παρά στις Μπρόγιερ! Εμένα δεν με ικανοποιούσε αυτό που έκανε και ήθελα να τον βοηθήσω για κάτι άλλο.
Εκείνα τα χρόνια ασχολιόμουν με τις πωλήσεις αυτοκινήτων. Λίγο μετά, διέκοψα από την εταιρεία στην οποία εργαζόμουν και σκεφτόμουν να κάνω κάτι που θα περιλάμβανε και τον Βασίλη. Ως μέντοράς του δεν ήθελα να βαλτώσει στα χορευτικά ενός μπαλέτου, αν και δούλευε πια με τον Σειληνό και την Ιωαννίδου. Ήθελα να τον πάρω από κει και να κάνω μαζί του κάτι σημαντικό γιατί το άξιζε. Διέθετα ένα πακέτο χρημάτων από την αποζημίωσή μου, 135.000 δραχμές. Νοικιάσαμε ένα σπίτι στην πλατεία Βικτωρίας, κοντά στην οικογένειά μου, και από το 1971 μέχρι το 1973 σερνόμασταν με διάφορες ιδέες. Ήταν πολύ όμορφα χρόνια γιατί υπήρχαν ελπίδες.
Γράφω τον Βασίλη στη Βακαλό, που ήταν πολύ σημαντική σχολή εκείνο τον καιρό, περισσότερο καλλιτεχνική όμως. Όταν σταμάτησαν το τμήμα Μόδας, ο Βασίλης πήρε μεταγραφή στη Σχολή Βελουδάκη. Μια καλή μας φίλη βρίσκει έναν χώρο στο Κολωνάκι, ένα μαγαζί-τρύπα στη Σόλωνος 1, και το διαμορφώνουμε σε μια μικρή γωνιά μόδας. Γιατί στο Κολωνάκι; Γνωρίζαμε κόσμο εκεί, ήταν ο καφές μας. Ήξερα τον Ντίμη Κρίτσα που είχε υπάρξει σχεδιαστής πολλά χρόνια, αλλά είχε σταματήσει πια να ασχολείται και διατηρούσε ένα κλαμπ. Μ' αυτά και μ' αυτά, μπήκαμε στην κοινωνία της Αθήνας που θέλαμε. Εκεί, άλλωστε, γεννήθηκε η ιδέα να ασχοληθούμε με τη μόδα, καταβάλλοντας μεγάλες προσπάθειες, καθώς εγώ γνώριζα κυρίως από εμπόριο».
Α σταθούμε λίγο στην εποχή. Ας φανταστούμε μια Ελλάδα μουδιασμένη, βαλκανικής αισθητικής, με ταπεινωμένη την αξιοπρέπειά της, να ασφυκτιά μέσα στο ηθικοπλαστικό πλαίσιο της στρατιωτικής χούντας που είχε ως μότο το «πατρίς - θρησκεία - οικογένεια». Παράλληλα, όπως συμβαίνει πάντα σε αυτό τον τόπο, η κοινωνία χαρακτηριζόταν από κρυψίνοια – όλα γίνονταν, αρκεί να μην ομολογούνταν δημοσίως. Η ζωή για τους νέους της εποχής κυλούσε μέσα από αμέτρητα ταμπού και στερεότυπα.
Παρ' όλα αυτά, το καλοκαίρι στα νησιά, με τη Μύκονο να κρατάει τα σκήπτρα από τότε, η κυρίαρχη ηθική χαλάρωνε και οι πιο μποέμ και ευκατάστατοι τη μετέφεραν τον χειμώνα στην Αθήνα, στις πέριξ του Κολωνακίου ντισκοτέκ, στα μπαρ και στα σπίτια. Εκεί, ο Μάκης και ο Βασίλης βρήκαν το περιβάλλον στο οποίο θα μπορούσαν να ριζώσουν και, γιατί όχι, να ανθίσουν. Και ποιος άλλος στόχος υπήρχε από το να μεταγγίσουν την αύρα της Μυκόνου, τα χρώματα και τη χαρά της ζωής, όλα εκείνα για τα οποία ο κόσμος διψούσε, σε εμπορεύσιμες δημιουργίες.
Ξεκίνησαν να στήνουν εκείνη τη «μικρή γωνιά μόδας» τον χειμώνα του 1973, συγκεκριμένα την ίδια ακριβώς εποχή που ξεσπούσε η πρώτη κατάληψη και ημιαποτυχημένη εξέγερση των φοιτητών της Νομικής – λόγω των γεγονότων, μάλιστα, τα συνεργεία που ετοίμαζαν το μαγαζί αδυνατούσαν να περάσουν από την οδό Σόλωνος για να δουλέψουν. Παράλληλα, μαζί με τους φίλους τους έψαχναν το όνομα του μαγαζιού. Έπεφταν διάφορες ιδέες στο τραπέζι, μέχρι που την προσοχή τους τράβηξε ένα τραγούδι της Κατερίνας Βαλέντε που έλεγε «Μπίλυ μπόου, Μπίλυ μπόου». Με τα περιορισμένα τους γαλλικά νόμιζαν ότι εννοούσε «Μπίλυ ο ωραίος - Billy beau». Λάθος ή σωστό, το βούτηξαν και μπήκε στη μεταλλική ταμπέλα.

Το Κολωνάκι ακόμα δεν ήταν αυτό που είναι σήμερα. Κυριαρχούσαν κάποια ατελιέ υψηλής ραπτικής και οι μπουτίκ πολυτελείας ήταν ελάχιστες. Αυτό που ενδιέφερε τους δύο συνεργάτες ήταν να φέρουν κάτι νέο στη μόδα, κάτι ιδιαίτερο. Η πραμάτεια τους αρχικά αποτελούνταν από έτοιμα ρούχα στα οποία πρόσθεταν τη δική τους νότα, άλλα υπήρχαν και κάποια που φτιάχνονταν από την αρχή. Ανοίγουν και γίνεται «επανάσταση». Αμέσως!
Πώς πετύχανε να κάνουν επανάσταση; Ο Τσέλιος λέει: «Ήταν πολύ ιδιαίτερα τα ρούχα που κάναμε. Εκείνη την εποχή ήταν της μόδας οι καμπάνες, τα στενά, χαμηλοκάβαλα παντελόνια. Εμείς κάναμε το παντελόνι κανονικά, με πιέτες και ρεβέρ. Η παραγωγή μας αποτελούνταν κατά 30% από αντρικά ρούχα και κατά 70% από γυναικεία. Προτείναμε μεγάλα πουλόβερ, αλλάζοντας τη μορφή και σε αυτό. Θεωρώ ότι είχε έρθει η στιγμή να αλλάξει η μόδα και το κάναμε πρώτοι εμείς. Είχε φύγει το '70, εμείς ανοίξαμε στις παρυφές του και ήμασταν επηρεασμένοι από αυτό μεν, αλλά δεν το ακουμπήσαμε. Ήταν η εποχή των "παιδιών των λουλουδιών", με τα μακριά, ανοιχτά πουκάμισα, με τις δαντέλες. Δουλεύαμε μαζί, σαν δίδυμο, αλλά έβαλα μπροστά τον Βασίλη. Ήταν όμορφος, νέος, θελκτικός».
Κάθε μας επίδειξη διαρκούσε τρεις μέρες, τρία απογεύματα, για να χωρούν από 150 μέχρι 200 κυρίες και κύριοι κάθε φορά. Υπήρχε χώρος διαμορφωμένος για να κάνουμε επιδείξεις με μουσική ντίσκο και μοντέλα. Έδινε το παρών όλη η κοσμική Αθήνα.
Η Ελλάδα άλλαζε, έστω και μέσα από έναν παραμορφωτικό καθρέφτη. Η σεξουαλική επανάσταση των νέων της Ευρώπης και της Αμερικής έφτανε με αργούς ρυθμούς μέχρι εδώ, τα θεμέλια του αυταρχικού καθεστώτος έτριζαν, η μόδα αντανακλούσε την εποχή. Ήλθε η Μεταπολίτευση. Έχοντας ως πρότυπο τον Ιβ Σεν Λοράν και με εφόδιο τις σπουδές του και την επαγγελματική πείρα που σιγά-σιγά αποκτούσε, ο Βασίλης κερδίζει το 1974 στον Διαγωνισμό Νέων Σχεδιαστών του περιοδικού «Γυναίκα», αποσπώντας το 1ο βραβείο.
Ο Μάκης Τσέλιος εξηγεί: «Ζητούσαν ένα casual, ένα πρωινό κι ένα βραδινό και τα ρούχα που παρουσίασε ο Βασίλης ήταν ολοκληρωμένες δημιουργίες επαγγελματία σχεδιαστή. Σύμφωνα με τους κριτές, η δουλειά που παρουσιάσαμε είχε "τελειωμένα" ρούχα, και τα είχε δημιουργήσει ο Βασίλης. Ξοδέψαμε χρήματα για να γίνουν όπως έπρεπε κι έτσι ήλθε η πρωτιά που βοήθησε πολύ. Μπήκε στις εφημερίδες, έγινε εξώφυλλο στη "Γυναίκα", όλα αυτά έδωσαν ώθηση το μαγαζί. Η ανταποκρίτρια της "Vogue" και αρθογράφος στη "Βραδυνή", Μαρίνα Δημητρακοπούλου, έγραψε: "Ένας καινούργιος Βαλεντίνο γεννιέται στην Αθήνα". Ήταν αλματώδης η πορεία και μέσα σε έναν χρόνο πήραμε και το δίπλα μαγαζί. Επεκταθήκαμε, γίναμε ένα.
Άρχισαν να συρρέουν όλα τα κορίτσια και τα αγόρια των καλών οικογενειών της Αθήνας. Άλλωστε, δεν υπήρχε άλλη τέτοιου τύπου μπουτίκ. Τα πλουσιόπαιδα ερχόντουσαν να πάρουν ρούχα σχεδιαστή και να ξεφύγουν από τη νοοτροπία του σπιτιού τους. Μέχρι τότε, τα κορίτσια, αλλά και τα αγόρια, ντυνόντουσαν κατά το πρότυπο της μητέρας τους και έβγαινε κάτι πολύ συντηρητικό. Μ' εμάς απελευθερώθηκαν και έδειξαν και στη μάνα τους και στον πατέρα τους πώς να ντυθούν. Αυτή ήταν η μεγάλη αλλαγή. Πόσο μάλλον όταν αργότερα έβαλε ο Βασίλης το πρόσωπό του στην πρόσκληση της επίδειξης. Εκείνη τη στιγμή, δεν υπήρχε κάτι πιο lifestyle. Ταυτόχρονα, ήταν πάρα πολύ εγωιστικό, αλλά πέτυχε γιατί μπήκε στα δωμάτια των κοριτσιών, δίπλα στο γραφείο τους, όπου μελετούσαν. Ήθελαν όλοι να έρθουν να δουν αυτό τον ωραίο νέο, κι εμείς αυτό το πουλούσαμε».

Έρχεται η Μεταπολίτευση, και καθώς πλησιάζει το τέλος της δεκαετίας του '70, λίγο πριν μπει η δεκαετία του '80, κατά την οποία όλα θα άλλαζαν στην Ελλάδα, ο Billy Bo, με την ανδρόγυνη ομορφιά του, εκτινάχθηκε στην πρώτη γραμμή του ελληνικού star system της εποχής. Αρέσει σε άντρες και γυναίκες, μικρά κορίτσια, μεγάλες γυναίκες, νέους και μεγαλύτερους άντρες − δεν θα μπορούσε να γίνει κι αλλιώς.
Ανοίγουν όλες οι πόρτες και τα περιοδικά τον κάνουν εξώφυλλο. Από τα πιο λαϊκά, όπως το «Ντομινό» και το «Ρομάντσο», μέχρι τον «Ταχυδρόμο». Το κυρίαρχο εβδομαδιαίο έντυπο της εποχής τον παρουσίασε σε πολυσέλιδο ρεπορτάζ, φωτογραφημένο στα ωραιότερα σημεία της Μυκόνου μαζί με τη Μιμή Ντενίση, ενώ η «Γυναίκα» τον κάνει εξώφυλλο με μία από τις ωραιότερες Ελληνίδες, την Έλενα Ναθαναήλ.
Πηγή: Lifo

















































0 Σχόλια